Γυρίζω σπίτι μοναχός άλλη μια νύχτα.
Μια καληνύχτα σου γυρεύω ο φτωχός.
Ξεθεωμένος από ψέματα, παζάρια και καπνούς,
όλα τ' αδέσποτα ρωτώ μήπως σε είδαν.
Πού να σε βρω;
Κοντά στα κύματα θα χτίσω το παλάτι μου.
Θα βάλω πόρτες μ' αλυσίδες και παγώνια.
Και μες στη θάλασσα θα ρίξω το κρεβάτι μου,
γιατί κι οι έρωτες μου φάγανε τα χρόνια.
Νόμιζα πως μ' έπιασε ότι χειρότερο απεχθάνομαι. Ζήλια και κτητικότητα. Αλλά δεν ήταν αυτό.
Ήθελα απλά να πειστώ πως μπορείς να ξεπεράσεις τα όριά σου.
Έγινα απαίσιος, απαίσιος, πιο απαίσιος απ' ότι ήσουν κάποτε εσύ.
Ήθελα να σε κάνω να ξεκολλήσεις. Ή, να με σιχαθείς και να τελειώνει.
Αυτό το σπίτι με πειράζει. κι ότι περιέχει.
Αυτές οι νότες
που σας στέλνω με την άνωση
δεν έχουν πια κανένα μουσικό ενδιαφέρον.
Απ' τον καιρό του ναυαγίου
που αργά μας σώριασε τους δυo
ως κάτω στον βυθό
σαν βάρος έκπληκτο
το πιάνο του ολόφωτου υπερωκεανίου κι εγώ
έχουμε γίνει μάλλον μια διακόσμηση πυθμένος
μια υπόκωφη επίπλωση βυθού
ένα λουλούδι εξωτικό
ή ένα τεράστιο όστρακο
φωλιά ιπποκάμπων
διάδρομος ψαριών που όλο απορούν
μπρος στην ασπρόμαυρη αυτή μνήμη
του παπιγιόν των πλήκτρων του κολάρου.